Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

Από το πουθενά- Μισέλ Φάις










Άντρας-αναλυόμενος/συγγραφέας-, γυναίκα-αναλύτρια-, συναντιούνται επί μια δεκαετία την ίδια ώρα, τις ίδιες μέρες στο ίδιο σημείο. Ο χώρος ίδιος και απαράλλαχτος αντιστεκόμενος στην πάροδο του χρόνου, οι ίδιοι προσθέτουν πινελιές  φέροντας το σημάδι της ζωής.
Ανάμεσά τους παρεμβάλλονται σκηνές από όλο τον κόσμο, ίσως και δικές τους. Ένα χαοτικό πλήθος κραυγών παρεμβάλλεται, τοποθετημένο σε πλαίσια,ένα χαοτικό πλήθος ανήσυχων συζητήσεων, ονείρων,συναισθημάτων , μπορεί και όχι.

Δέκα κεφάλαια, δέκα ψυχαναλυτικές συνεδρίες απαρτίζουν τούτο' δω το μυθιστόρημα. Ένα μυθιστόρημα σκοτεινό, κινούμενο σε ένα κινηματογραφικό μοτίβο κάνοντας ζουμ κάθε φορά και σε κάποια άλλη γωνιά της γης και πίσω να αχνοφαίνονται τα δυο πρόσωπα, σταθερό σημείο αναφοράς.



Δωμάτιο, απόγευμα. Άντρας και γυναίκα, τριάντα οκτώ χρονών, κάθονται διαγωνίως απέναντι σε όμοιες βαριές πολυθρόνες. Στη μια πλευρά του τοίχου εφάπτεται ξύλινο ντιβάνι με σκληρό, ογκώδες μαξιλάρι, καλυμμένο όλο από κεραμιδί ριχτάρι με γεωμετρικά σχήματα. Κάποιες φορές στο μαξιλάρι υπάρχει ανοιγμένο χαρτομάντιλο, που η γυναίκα, μόλις ο άντρας μπει στο δωμάτιο, σπεύδει να εξαφανίσει πίσω από την πλάτη της. Ο άντρας, όχι και τόσο σπάνια, περιμένει γύρω στα δέκα με δεκαπέντε λεπτά, σε μια στενή κάμαρα (πρώην κουζίνα), κρυμμένος πίσω από μπορντό βελούδινη κουρτίνα, μέχρις ότου η γυναίκα ξεπροβοδίσει το προηγούμενο ραντεβού κι αμέσως μετά τραβήξει το βαρύ σαν αυλαία ύφασμα.


Εναρκτήρια σκηνή, η αυλαία σηκώνεται τα πρόσωπα τοποθετούνται  μεταφέροντας μας από το πουθενά στο γυμνό εαυτό μας.


Εκδόσεις : Πατάκη.

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2016

Αύριο στη μάχη να με σκεφτείς- Χαβιέρ Μαρίας












'' Κανείς δεν σκέφτεται ποτέ πως μπορεί να βρεθεί με μια πεθαμένη στην αγκαλιά του και πως δεν θα ξαναδεί το πρόσωπο του οποίου το όνομα θυμάται.''

Πρώτη φράση, πρώτη πρώτη γραμμή. Η σφραγίδα του Μαρίας. Μια φράση που ήδη λέει πολλά και δεν σου αφήνει άλλη επιλογή παρά μόνο να την ακολουθήσεις και με την σειρά της να σε παραδώσει στον κόσμο του, σε εκείνον του γητέματος.

Ο Βίκτορ θα δειπνήσει με την Μάρτα στο σπίτι της εν την παρουσία του μικρού της γιου και την απουσία του συζύγου, δείπνο με όλα τα προβλεπόμενα, καλό φαγητό κρασί και το υπονοούμενο της συνέχειας να πλανάται στον αέρα, μα ο γιος υπερασπιστής της φαμίλιας του θα κάνει τα αδύνατα δυνατά να μην κοιμηθεί,  μα είναι πάνω από τις δυνάμεις του υποκύπτει. Το κλίμα θα θερμανθεί το ζεύγος θα ακολουθήσει στο κρεβάτι. Τίποτα μα τίποτα δεν προμηνύει αυτό που θα συμβεί σε μόλις λίγα λεπτά, κανείς δεν θα μπορούσε να προβλέψει τον θάνατο που ακολουθεί, που πλησιάζει γοργά γοργά. Η Μάρτα θα πεθάνει, η πράξη ανεκπλήρωτη. Ο Βίκτορ θα εξαφανίσει τα ίχνη του, αφήνοντας πίσω τον μικρό να κοιμάται και την μάζα της Μάρτα να γίνεται ακόμη πιο μάζα, τα περιγράμματα της να σκληραίνουν.


Εκείνος όμως δεν θα εξαφανιστεί, θα επιστρέψει, θα εμπλακεί και στο τέλος θα αποκαλυφθεί, θα αφηγηθεί. Η ιστορία τότε θα είναι λίγο πιο αληθινή ή μάλλον πιο πιστευτή , αν και στην συνέχεια θα ανατροφοδοτηθεί  και ίσως τελικά αλλοιωθεί.

Μια αφήγηση που αφορά τη λήθη, την μνήμη. Κι άλλα, πολλά άλλα τον θάνατο μα κυρίως την εξαπάτηση τον συνδετικό κρίκο στις σχέσεις των ανθρώπων μα και του εαυτού μας.
Η γραφή του Μαρίας μαγευτική, ακατάπαυστη γραφή. Ολόκληρες σελίδες να αποτελούν μια παράγραφο, να διαβάζεις και να ξαναγυρνάς να διαβάζεις και να ξαναγυρνάς.

Αυτό που γουστάρω τρελά στην γραφή του(ναι γουστάρω!) είναι εκείνες οι προτάσεις που εμφανίζονται ξανά και ξανά από την αρχή ως το τέλος. Εμμονικές να αναλαμβάνουν το πόστο τους εδώ κι εκεί. Αυτό μου αρέσει.
Όχι μόνο.



 Μετάφραση : Bιβή Φωτοπούλου
Εκδόσεις : Σέλας
Εξώφυλλο: έργο του Πάρι Χαβιάρα.