Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

LoLa's Sundays No.42


Ήσυχες μέρες στο Κλισί- Χένρι Μίλερ.





Ο Μίλερ βρίσκεται στην Νέα Υόρκη. Περιφέρεται μέσα στο άμορφο πλήθος αναπολώντας,τα τρελά χρόνια εκείνα του Παρισιού, την ένδοξη δεκαετία του '30 στην πιο όμορφη πόλη του κόσμου, εκεί στο Παρίσι που ήσαν όλα δυνατά, μια πόλη που λάτρεψε και εξύμνησε όπως κανείς άλλος.

"αναπνέοντας το Παρίσι, καταβροχθίζοντας το Παρίσι, το καταπίνει  μανιασμένος και το τρώει, ξερνάει και κατουράει την πόλη, την λατρεύει, την καταριέται ως την ημέρα όπου νιώθει ακαθόριστα ότι κι εκείνος ο ίδιος αποτελεί κύτταρο του εξαιρετικού λαού των δρόμων αυτής της μεγαλούπολης, ότι το Παρίσι τον έχει διαπεράσει και ότι από τότε και στο εξής δεν θα μπορέσει πια να ζήσει αλλού.΄΄ θα γράψει ο Σεντράρ για την σχέση του Μίλερ με την πόλη αυτή.(από την επίμετρο του βιβλίου.)

Μια αυτοβιογραφική αφήγηση χωρίς πλοκή, δίχως τέλος και αρχή, μια καταγραφή στιγμών, τέτοιο το πεζογράφημα τούτο.Σελίδες που δεν συμβαίνει τίποτα το συνταρακτικό, παρά μόνο ζωή. Η φιλία δυο αντρών, οι άσκοπες περιπλανήσεις, οι κενές σελίδες, μοναδικό τους μέλημα είναι η υποταγή στο παρόν και τίποτε άλλο, που καιρός για φιλοσοφήματα και μπουρδολογίες. Βλέπουν,νιώθουν, γεύονται κι έπειτα τα ξερνούν στο χαρτί και voila η μαγική συνταγή.
Σελίδες με πολύ σεξ, χαρακτηριστικό του Μίλερ. Καμία διακριτικότητα οι λέξεις χρησιμοποιούνται ατόφιες δίχως να περνούν από κόσκινο.Καμία ανηθικότητα δεν φτιασιδώνεται για να φανεί όμορφη στο χαρτί.

Η ζωή σε ιλιγγιώδεις ρυθμούς, προκαλούν τις στιγμές, τρέφονται από αυτό. Όλα μέρος ενός σχεδίου εκείνου της ζωής, της ελευθερίας του πνεύματος και της σάρκας. Ζωή και γράψιμο.  Επιτυχής έκβαση.
Μια εισαγωγή στο τεράστιο  εκείνο βιβλίο ,τον Τροπικό του Καρκίνου, η αυτοβιογραφία αυτή.
Δεν θα μπορούσα να μην σχολιάσω την μετάφραση του κ. Μπαμπασάκη ,ως εξαιρετική.Άλλωστε Μίλερ χωρίς Μπαμπασάκη σχεδόν αδύνατο.





Μετάφραση : Γιώργος- Ίκαρος Μπαμπασάκης
Εκδόσεις : Μεταίχμιο.



Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015







H απόφαση είχε ήδη παρθεί. Ήταν όλα έτοιμα. Θα έγραφε επιτέλους εκείνο το τεράστιο βιβλίο. Βιβλίο που θα ταρακουνούσε για τα καλά τον κόσμο εκείνο της λογοτεχνίας. Έβαλε και το γραφείο κάτω από το παράθυρο. Τόσες αλλαγές στην διακόσμηση για να φτιάξει ένα χώρο καλλιτεχνικό σαν κι αυτά που χάζευε στο διαδίκτυο. Τώρα όλα στραφταλίζουν , όλα είναι στην σωστή σειρά. Το μόνο που απέμενε είναι να γράψει, αλλιώς θα πήγαιναν όλα στράφι.
Μόνο που δεν υπάρχουν πια ιστορίες να ειπωθούν. Δεν υπάρχουν ήρωες, οι έρωτες  έχουν πεθάνει πια ή βγαίνουν νεκροί μέσα από την μήτρα.Ο ήλιος στέκει ακόμη ψηλά φωτίζοντας την βρωμιά που κρύβει ο καθένας, φωτίζει τις ρωγμές του καθενός.
Πρέπει να γράψει, η απόφαση είχε παρθεί.

 Δεν προμηνύονται  αλλαγές. 

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

Χουάν Ρούλφο - Πέδρο Πάραμο






’Ήρθα στην Κομάλα γιατί μου είπαν πως εδώ ζούσε ο πατέρας μου, κάποιος Πέδρο Πάραμο. Μου το  είπε η μητέρα μου. Κι εγώ της υποσχέθηκα πως θα ερχόμουν να τον βρω μόλις  θα πέθαινε. Της έσφιξα τα χέρια, σημάδι ότι θα το έκανα, γιατί εκείνη βάδιζε τότε προς τον θάνατο κι εγώ  ήμουν πρόθυμος να της υποσχεθώ τα πάντα.’’


Έτσι ξεκινά το βιβλίο  αυτό. Ένας γιος αναζητά τον πατέρα του, ο Χουάν αναζητά τον Πέδρο, η υπόσχεση στους νεκρούς πρέπει να τηρηθεί. Θα ταξιδέψει στην Κομάλα, τον τόπο των μητρικών αναμνήσεων, στο τόπο των ψιθύρων, στον τόπο των νεκρών.
Κατά την είσοδό του στο χωριό θα συναντήσει τον Αμπούνδιο, έναν ακόμη γιο του Πάραμο, ο οποίος και θα τον πληροφορήσει για το θάνατό του. Ο Χουάν θα μπει στο χωριό και η εικόνα της απώλειας θα τον εκπλήξει.

Υπάρχουνε χωριά που μυρίζουν δυστυχία. Τα αναγνωρίζεις μόλις ρουφήξεις λίγο από τον αέρα τους, αέρα γέρικο και πνιγηρό, φτωχό και ισχνό όπως καθετί γέρικο. Αυτό είναι ένα από ετούτα τα χωριά.


Και εδώ ξεκινούν οι αφηγήσεις, αφηγήσεις προσώπων νεκρών ή μη, δεν έχει σημασία εδώ τα πάντα αποκτούν άλλο νόημα. Αφηγήσεις δίχως χρονολογική τάξη, όλα συμβαίνουν σε μια στιγμή,  προτάσεις να συνεχίζουν μια αφήγηση μιας σελίδας πριν, παρόν-παρελθόν μπουρδουκλώνονται , διάλογοι ξεπηδούν εδώ και εκεί, ζωή και θάνατος ένα. Ο χρόνος κατακερματίζεται.

Σιγά-σιγά η ιστορία του Πέδρο ξετυλίγεται. Ένα κάθαρμα αυτό ήταν ο Πέδρο που οδήγησε ένα ολόκληρο χωριό στην φτώχεια, στην πείνα και στην ερήμωση. Η δική του τιμωρία ένας έρωτας ανεκπλήρωτος, ο πόθος του σβήνει σε ξένα σώματα.
Τα πάντα με το τίμημά τους. Ο Χουάν χάνεται στα μουρμουρητά.
 Ψίθυροι, γέλα, σκιές οι κάτοικοι του χωριού με τον θάνατο να έχει βάλει τέλος. Πως θα μπορούσε  να είναι μια αρχή άλλωστε; Τα όρια μεταξύ χώρου και χρόνου δυσδιάκριτα, φιγούρες εμφανίζονται κι εξαφανίζονται και η φαντασία να οργιάζει.

Άκρως ατμοσφαιρικό , ένα κείμενο που στην αρχή σε μπερδεύει , αδύνατο να ακολουθήσεις. Έπειτα όλα μπαίνουν στη σειρά, περίπου.
Μην γελιόμαστε μια ανάγνωση δεν αρκεί, σίγουρα όχι. Στις επόμενες όλα γίνονται πιο ξεκάθαρα και η δική σου έκπληξη μεγαλώνει. Εδώ μιλάμε για λογοτεχνία.

Ένα βιβλίο με πρωταγωνιστή το χωριό. Ένας τόπος που αναζητά απεγνωσμένα την σιωπή κι  η σιωπή  που αναζητά απεγνωσμένα τις λέξεις.



Η μετάφραση εξαιρετική, επιλέγοντας να ακολουθήσει πιστά την αρκετά περίπλοκη στίξη του συγγραφέα.





Μετάφραση : Έφη Γιαννοπούλου
Εκδόσεις : Πατάκη.

Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2015

Μπονσάι- Αλεχάντρο Σάμπρα












΄΄ Στο τέλος εκείνη πεθαίνει κι εκείνος μένει μόνος, αν και στην πραγματικότητα είχε μείνει μόνος πολλά χρόνια πριν πεθάνει εκείνη , η Εμίλια. Ας πούμε πως εκείνη λέγεται ή λεγόταν Εμίλια και πως εκείνος λέγεται, λεγόταν εξακολουθεί να λέγεται Χούλιο. Χούλιο και Εμίλια. Στο τέλος η Εμίλια πεθαίνει και ο Χούλιο δεν πεθαίνει. Τα υπόλοιπα είναι λογοτεχνία.’’

Και κάπως έτσι ξεκινά.

Δυο πρόσωπα, η Εμίλια και ο Χούλιο, ο Χούλιο και η Εμίλια, δυο πρόσωπα, μια μάζα όλα τ’άλλα είναι δευτερεύοντα, όλα τ’ άλλα είναι εκτός θέματος.
Δυο πρόσωπα που συναντιούνται τυχαία, θα κάνουν σχέση, θα υπάρξουν ευτυχισμένοι. Διαβάζουν, κάνουν σεξ, τα έχουν όλα δικά τους.
Έπειτα χώρια θα συνεχίσουν τις ζωές τους. Η Εμίλια βουτηγμένη στα ναρκωτικά. ο Χούλιο από αναγνώστης γίνεται συγγραφέας στο περίπου δηλαδή,κι έπειτα ένας μοναδικός σκοπός, να δημιουργήσει ένα δικό του μπονσάι. Τέλος η λογοτεχνία.
Εκείνη θα πεθάνει εκείνος θα συνεχίσει, ακόμη συνεχίζει η ιστορία δεν έχει τέλος. Αυτή έχει φύγει, εκείνος όχι.

''Η σχέση της Εμίλιας και του Χούλιο ήταν μια σχέση που την μάστισαν αλήθειες, προσωπικές αποκαλύψεις που δημιούργησαν γρήγορα μια συνενοχή που εκείνη ήθελαν να την θεωρούν οριστική. Αυτή εδώ είναι, λοιπόν, μια ιστορία ανάλαφρη που γίνεται βαριά. Είναι η ιστορία δυο φοιτητών που είχαν πάθος με την αλήθεια , με το να πετάνε φράσεις που φαίνονταν αληθινές, να καπνίζουν αιώνια τσιγάρα και αν κλείνονται στη βίαιη αυταρέσκεια εκείνων που αισθάνονται καλύτεροι , πιο αγνοί από τους άλλους , απ΄αυτήν τη τεράστια και αξιοφρόνητη ομάδα που αποκαλείται οι άλλοι.

Γρήγορα έμαθαν να διαβάζουν τα ίδια, να σκέφτονται παρόμοια, να κρύβουν διαφορές. Πολύ σύντομα δημιούργησαν μια ματαιόδοξη οικειότητα. Τουλάχιστον εκείνο τον καιρό ο Χούλιο και η Εμίλια κατάφεραν να ενωθούν οι δυο τους σε μια μάζα. Ήταν, εντέλει ευτυχισμένοι. Για τούτο δεν χωρά καμιά αμφιβολία.''


Πρώτο εγχείρημα του Σάμπρα το μπονσάι ένα μυθιστόρημα μόλις 102 σελίδων.
Συμπυκνωμένη αφήγηση χωρίς πολλά πολλά, δίχως βαρύγδουπες ατάκες δίχως σάλτσες,καθαρή ατόφια γραφή. Μια φαινομενικά απλή, ανάλαφρη ιστορία που ο αναγνώστης συμμετέχει θέλοντας ή μη. Μια φαινομενικά απλή ιστοριούλα που σου κολλάει στο μυαλό, μια ιστοριούλα απλή που σε κάνει να γυρίζεις ξανά πίσω σε αυτή, να ξαναρίξεις μια ματιά.
Η μετάφραση εξαιρετική.
Θα πω το εξής, χωρίς πολλά-πολλά, το μυθιστόρημα τούτο τα σπάει.

Μετάφραση : Έφη Γιαννοπούλου
Εκδόσεις: Πατάκη.



Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2015

Στο cafe της χαμένης νιότης- Πατρίκ Μοντιανό





Παρίσι, δεκαετία του 60. Η Λουκί εξαφανίζεται. Δεν είναι το πραγματικό της όνομα, ψευδώνυμο είναι, επινοημένο από κάποιους τύπους στο Conde.
Τέσσερα άτομα  σκιαγραφούν το πορτρέτο της. Τέσσερα άτομα που την γνώριζαν ελάχιστα μας εξιστορούν στιγμές τους με την Λουκί.  Γραπώνονται από δαύτες.
Θα μιλήσει και η ίδια. Θα αφεθεί στις μνήμες, εικόνες διάχυτες σκόρπιες, ικανές ωστόσο να μας δώσουν μια εικόνα για την ιδιοσυγκρασία της.
Όλο το σκηνικό τοποθετημένο σε ένα ατμοσφαιρικό Παρίσι. Το φόντο ασπρόμαυρο να χάνεται πίσω από τον καπνό, μέσα στα café με τις απαιτούμενες μποέμ φιγούρες και κάποιους άλλους που προσπαθούν να αλλοιώσουν ή να αφήσουν το παρελθόν έξω από το Conde, στα σοκάκια, σε συναθροίσεις κουλτουριάρικες, στις ουδέτερες ζώνες, σε νεκρά σημεία. Δεν είναι το φωταγωγημένο Παρίσι το φόντο του Μοντιανό όχι είναι ένα θολό, σκοτεινό πανέμορφο Παρίσι, με τις ξανθές γενειάδες και μαλλιά να φωτίζουν το σκηνικό εδώ κι εκεί.

 H Λουκί παντού παρούσα με την φιγούρα της να θολώνει όλο και πιο πολύ. Κανείς δεν γνωρίζει τίποτα γι' αυτήν. Ο Μοντιανό πλάθει την Λουκί δια της αφαίρεσης. Περίτεχνα θα μας οδηγήσει στο τέλος. Η Λουκί εντοπίζεται.

Ένα μυθιστόρημα με μια ατμόσφαιρα που σε μαγεύει, γεμάτη μυστήριο και μελαγχολία. Ένα μυθιστόρημα για το παρελθόν. Ένα μυθιστόρημα για την Αιώνια Επιστροφή.
Μνήμη ενάντια στη λήθη. Ο νικητής βέβαιος.



Μετάφραση : Αχχιλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις : Πόλις