Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Η μελαγχολία της αντίστασης- Λάσλο Κρασναχορκάι.















Βρισκόμαστε σε μια μικρή πόλη της Ουγγαρίας, μια πόλη θαμμένη στο χιόνι που οι κάτοικοι είναι βυθισμένοι μέχρι τον λαιμό μέσα στον γλοιώδη χυλό των προλήψεων και των προκαταλήψεών τους. Μια πόλη χαμένη στην σκιά μιας αλλοτινής, χωρίς ηλεκτρικό, θέρμανση.
Η ιστορία ξεκινά με την επιστροφή της κ. Πφλάουμ, ένα ταξίδι που κατέληξε μια τραγική εμπειρία καθώς το εισιτήριο πρώτης θέσης δεν είχε καμία αξία, και ήταν υποχρεωμένη να υποστεί τις άθλιες συνθήκες αλλά και την σεξουαλική παρενόχληση ενός επιβαίνοντος.Τι φρίκη.
Ο αναγνώστης κινείται μέσα στους δρόμους της σχεδόν υπό εξαφάνισης πόλης, παρατηρεί την εγκατάλειψη, την πλαδαρότητα της.Βιώνει και ο ίδιος την απειλή που πλανάται στον αέρα, που επιτείνεται όταν καταφτάνει στην πόλη ένα τσίρκο που κουβαλάει μαζί του μια γιγαντιαία φάλαινα και τον ΄΄Πρίγκιπα'' με τα τρία μάτια. Οι πολίτες αποχαυνώνονται και υπνοβατώντας παίρνουν την κατάσταση της πόλης στα χέρια τους.
Ανάμεσά τους ο Βαλούσκα, ο αθώος, όμορφος Βαλούσκα που τελικά θα παρασυρθεί κι αυτός θα αφυπνιστεί μεμιάς από την ανθρώπινη κακία, θα την ενστερνιστεί και θα σωπάσει δια παντός.
Ένα μυθιστόρημα που περιγράφει αριστουργηματικά την κοινωνία μας, μια κοινωνία που είναι παραδομένη στους φόβους της, τις προκαταλήψεις,που είναι γερά στερεωμένη σε ψευδείς βεβαιότητες. ''Μια πνιγηρή τρύπα που πνίγει κάτω από το μαλακό της πάπλωμα κάθε κύμα καθαρού αέρα.Η γραφή του  Κρασναχορκάι σαρωτική.Μια πρόζα απαράμιλλης ομορφιάς , με τις υπνωτιστικές ποιητικές εικόνες του, και τον μακροπερίοδο λόγο του.Μια θλίψη διακατέχει το βιβλίο, η θλίψη της σήψης, της λήθης στην οποία η ανθρώπινη ύπαρξη βυθίζεται αργά μα σταθερά.



Η μετάφραση της Αβραμίδου είναι εξαιρετική.



Μετάφραση: Iωάννα Αβραμίδου
Εκδόσεις: Πόλις.

Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

Η Συντέλεια του κόσμου- Τζέννυ Έρπενμπεκ












Στις αρχές του περασμένου αιώνα γεννιέται ένα κορίτσι , από μάνα Εβραία και πατέρα χριστιανό.Ένα μωρό που έπαψε να αναπνέει , ήτανε δωρισμένο εξαρχής στον θάνατο βλέπεις. Μια χούφτα χιόνι μπορεί να το έσωζε, μπορεί και όχι, ποιος ξέρει.Τι θα συνέβαινε όμως, αν τελικά είχε σωθεί;Πόσα χρόνια θα ζούσε ακόμη; Τι θα του επεφύλασσε το μέλλον;

...Πριν από πολλά χρόνια είπε ο ένας τη μία λέξη, κι ο άλλος την άλλη λέξη, λέξεις μετακινήσανε τον αέρα, λέξεις γραφτήκανε με μελάνι σε χαρτί, καταχωριστήκανε, ο αέρας μετρήθηκε με αέρα και το μελάνι με μελάνι.Είναι κρίμα που δεν μπορεί να δει κανείς το σύνολο στο οποίο λέξεις από μελάνι μεταμορώνονται σε κάτι πραγματικό...

Η Έρπενμπεκ γράφει ένα βιβλίο για τον θάνατο. Μια ιστορία, βέβαια δεν αρκεί και γράφει  για μια ζωή που περιέχει δυνάμει πολλές ζωές.Αυτή η περιδίνηση σε τόπο, χρόνο και τις διαφορεικές εκδοχές αποτελούν έναν ισχυρό πυρήνα γύρω από τον οποίο η συγγραφέας  μας δίνει ένα μαγευτικό μυθιστόρημα. Με φόντο ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο ιστορικό πλαίσιο,η ηρωίδα της Έρπενμπεκ μεταστοιχιώνεται , ξεκινώντας από την Γαλικία της αυστροουγκρικης μοναρχίας περίπου το 1900,συνεχίζεται στην Βιέννη μετά το τέλος του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου, στην Μόσχα την εποχή του σταλινισμού, στο Βερολίνο της Λαοκρατικής Δημοκρατιας για να ολοκληρωθεί στο Βερολίνο της σύγχρονής Επανενωμένης Γερμανίας.
Το βιβλίο χωρίζεται σε ‘’υποβιβλία’’ όσες και οι εκδοχές της ιστορίας, και ανάμεσά τους παρεμβάλλονται διάφορα ιντερμέδια που δίνουν στην αφήγηση έναν εξαίσιο ρυθμό. Η γραφή σε υπνωτίζει, σε μεταφέρει εδώ κι εκεί, παρατηρώντας την διαφορετική κάθε φορά εξέλιξη της ηρωίδας, τον διαφορετικό κάθε φορά θάνατο που έχει επιλέξει η συγγραφέας γι’αυτήν.

 Οι ήρωες παραμένουν ανώνυμοι, τι σημασία έχει άλλωστε το όνομα, η ιδιότητα του καθενός, ο ρόλος που έχει κληθεί να υπηρετήσει μέσα στο σύνολο έχει σημασία.Κι εδώ η συγγραφέας προσπαθεί να σώσει την ηρωίδα, την μεταθέτει, την μεταμορφώνει μέχρι να φτάσει στο  αναπόφευκτο τέλος, το οποίο δεν θα φέρει και την συντέλεια του κόσμου.

 Υ.γ Η μετάφραση του Αλέξανδρου Κυπριώτη εξαιρετική.

 Το καλοκαίρι του 2003 ένας μεταφραστής κάθεται στο γραφείο και παλεύει με τις λέξεις. Παλεύει με γερμανικές και ελληνικές λέξεις.Μεταφράζει τους Μπούντενμπροκ.Εκείνη την ημέρα δεν μπορεί να ξέρει ότι εκείνη η μετάφραση δεν θ ολοκληρωθεί.Ξέρει μόνο ότι εκείνη την ημέρα δεν μπορεί να παλέυει άλλο.Και σηκώνεται. Πηγαίνει στην βιβλιοθήκη του και διαλέγει ένα γερμανικό βιβλίο : ένα από τα βιβλία που του έχουν δώσει σε μια μικρή έκθεση γερμανικών εκδοτικών οίκων στο ΕΚΕΜΕΛ.Στο εξώφυλλο η Μόνα Λίζα του Μποτέρο.Με μαύρα γράμματα το όνομα της συγγραφέως :Jenny Erpenbeck.Αναρωτιέται πως την λένε Γέννυ ή Τζέννυ;Πως την φωνάζει η μάνα της ; σκέφτεται....Φεύγει από την βιβλιοθήκη του και πηγαίνει και κάθεται σε μια πολυθρόνα. Ανοίγει το  βιβλίο και αρχίζει να διαβάζει.Το κλείνει κάποιες ώρες μετά,όταν το έχει τελειώσει.Αλλά συνεχίζει να κάθεται.Για πρώτη φορά στην ζωή του νιώθει το βάρος της λέξης <<καθηλωμένος>>.Όλα εξαρτώταν από κάθε λέξη.
Περνά χρόνος. Μηνύματα. Τηλεφωνήματα.Μηνύματα.Τηλεφωνήματα.
Ένα πρωί ένας μεταφραστής αρχίζει να μεταφράζει:όταν το βρήκανε , στεκότανε νυχτιάτικα μες στο δρόμο, μ΄έναν άδειο κουβά στο χέρι, σ΄έναν εμπορικό δρόμο, και δεν έλεγε τίποτα.
Όλα όμως θα μπορούσαν να είχαν έρθει και αλλιώς.

Επίμετρο του μεταφραστή.




Μετάφραση : Aλέξανδρος Κυπριώτης
Εκδόσεις :Kαστανιώτη.


Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

Τριάντα πέντε.









Να, μια μέρα που σε βγάζει εντελώς από την ρουτίνα σου. Μια μέρα που ο χρόνος γίνεται ιδιαίτερα αισθητός. Είναι μια νέα αρχή ή κι ένα τέλος αν χρειάζεται. Τα πάντα είναι στοιβαγμένα μέσα σ'ένα δευτερόλεπτο.Εικόνες και αναμνήσεις που είχαν με κόπο ταξινομηθεί, καταγραφεί ξεχύνονται εμπρός σου.Γυρνάς τον εαυτό σου μέσα, έξω.Αναθεωρείς, ξανά σχεδιάζεις.
Η χρονιά που πέρασε έφερε όλα όσα δεν μπορούσα να φανταστώ. Με προσπάθεια, κόπο κι επιμονή. Κι είμαι εδώ σήμερα χαμογελώντας, κολυμπώντας πάνω στο πρόσωπο του χρόνου.
Τριάντα πέντε λοιπόν, αύριο θα το έχω ξεχάσει.